Καθώς συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, είναι σημαντικό να θυμόμαστε την καταστροφή που επέφερε

Η προπαγάνδα της πάλαι ποτέ κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης αναφερόταν σε εκείνην για δεκαετίες ως ''Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση'', το μνημειώδες γεγονός που οδήγησε τον Βλαντιμίρ Λένιν στην εξουσία και εγκαινίασε την κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος η οποία διήρκεσε σαράντα επτά χρόνια. Αυτήν την εβδομάδα συμπληρώνεται η εκατονταετηρίδα της.

Δεν πρόκειται για μια επέτειο που θα έπρεπε κανείς να γιορτάζει.

*Του Lawrence W. Reed (προέδρου του Ιδρύματος για την Οικονομική Εκπαίδευση και συγγραφέα των βιβλίων ''Αληθινοί Ήρωες: Απίστευτες Αληθινές Ιστορίες Θάρρους, Χαρακτήρα και Αφοσίωσης'' και ''Με συγχωρείτε, Κύριε Καθηγητά: Αμφισβητώντας τους Μύθους του Προοδευτισμού'')

Για όλους τους εχέφρονες ανθρώπους παγκοσμίως, δεν υπάρχει τίποτε που να σχετίζεται με τη ρωσική τραγωδία του 1917 άξιο να τιμηθεί. Όλα όσα την αφορούν, ωστόσο, αξίζει να τα θυμόμαστε -και να αντλούμε σημαντικά διδάγματα από αυτά. Η σφαγή που προκλήθηκε από την ιδεολογία η οποία ήρθε στην εξουσία πριν από έναν αιώνα μπορεί να στέκει διαρκώς ως κακό ανυπέρβλητο στα χρονικά των ανθρώπινων καταστροφών. Αν κάποιος αναγνώστης δεν θυμάται τι ακριβώς ήταν αυτή η ιδεολογία, ή πώς να την αποκαλέσει, ίσως να του ήταν χρήσιμο το άρθρο του συνδέσμου.

Δραστηριοποιήθηκα ως ακτιβιστής υπέρ της ελευθερίας πριν από 49 χρόνια, έχοντας ως έναυσμα τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Οπότε για λόγους εν μέρει προσωπικούς, δεν μπορούσα παρά να επισημάνω την εκατονταετηρίδα αυτού του ιστορικού ορόσημου.

Δραστηριοποιήθηκα ως ακτιβιστής υπέρ της ελευθερίας πριν από 49 χρόνια, έχοντας ως έναυσμα τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Οπότε για λόγους εν μέρει προσωπικούς, δεν μπορούσα παρά να επισημάνω την εκατονταετηρίδα αυτού του ιστορικού ορόσημου.

Τα θύματα του Σοβιετικού καθεστώτος και των άλλων τυραννιών που εκείνο εγκαθίδρυσε στη διάρκεια του 20ου αιώνα προσεγγίζουν σε αριθμό τα 100 εκατομμύρια, αλλά θα μπορούσε άραγε οποιοδήποτε άρθρο, βιβλίο, ή ακόμη και μια πολύτομη καταγραφή να αποδώσει τη δέουσα δικαιοσύνη στις ιστορίες αγωνίας και θυσίας τους; Φυσικά και όχι. Συνεπώς, έχοντας κατά νου αυτόν τον περιορισμό, επέλεξα να επισημάνω τη σημασία της επετείου περιοριζόμενος σε δύο μόνο ανθρώπους από αυτά τα 100 εκατομμύρια. Πρόκειται για τον Γκάρεθ Τζόουνς και τον Μπόρις Κόρνφελντ.

Ο Γκάρεθ Ρίτσαρντ Βόγκαν Τζόουνς γεννήθηκε στην Ουαλία στις 13 Αυγούστου του 1905. Και οι δύο γονείς του ήταν εκπαιδευτικοί της μεσαίας τάξης, αφοσιωμένοι στην όσο το δυνατόν καλύτερη εκπαίδευση του γιου τους. Προτού κλείσει τα 25, ο νεαρός Γκάρεθ είχε λάβει πτυχία Γαλλικών, Γερμανικών και Ρωσικών από το Πανεπιστήμιο της Ουαλίας και το Κολλέγιο Trinity του Πανεπιστημίου του Cambridge. Ο Βρετανός πρώην πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ τον προσέλαβε σχεδόν αμέσως ως σύμβουλο Εξωτερικής Πολιτικής, αναθέτοντάς του έτσι μιαν αποστολή που σίγουρα θα μπορούσε να θεωρηθεί αξιομνημόνευτο επίτευγμα για έναν εικοσιπεντάχρονο.

Ο Γκάρεθ πιθανότατα θεωρούσε πως είχε ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ασφαλώς αγνοούσε πως πολύ σύντομα θα είχε αποκτήσει ευρεία φήμη ως διακεκριμένος δημοσιογράφος διεθνούς διαμετρήματος, και θα ήταν νεκρός προτού συμπληρώσει την ηλικία των 30.

Στις αρχές της δεκαετίας του '30, ο Τζόουνς ανέλαβε δύο δημοσιογραφικές αποστολές στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν. Δημοσίευσε ορισμένα άρθρα όπου κατέγραφε τις παρατηρήσεις του σε μεγάλες εφημερίδες της Δύσης, τα οποία έτυχαν καλής υποδοχής. Πριν την τρίτη του επίσκεψη, το Μάρτιο του 1933, είχε στα χέρια του αξιόπιστες πληροφορίες πως οι συνθήκες στην Ουκρανία, που τότε ήταν μια από τις 15 Σοβιετικές Δημοκρατίες, ήταν τραγικές. Καθώς φιλοδοξούσε να διαπιστώσει την κατάσταση ιδίοις όμμασι, προγραμμάτισε το τρίτο του ταξίδιο για το Μάρτιο του 1933.

'Ενα μήνα πριν από αυτό το μοιραίο ταξίδι, ο Τζόουνς βρισκόταν στη Φρανκφούρτη όπου κάλυπτε μια πολιτική αναμέτρηση ως καλεσμένος των γερμανικών αρχών. Είχε μόλις προηγηθεί η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στην καγκελαρία, τον προηγούμενο Ιανουάριο. Τρεις μέρες πριν τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου, ο Τζόουνς ήταν ανάμεσα στους ελάχιστους επιβάτες του αεροπλάνου που είχαν ναυλώσει ειδικά γι' αυτήν την αναμέτρηση ο Αδόλφος Χίτλερ και ο Γιόζεφ Γκαίμπελς. Στη θέα της λαϊκής αποδοχής προς τον άνθρωπο που σύντομα θα αυτοανακηρυσσόταν φύρερ, ο Τζόουνς διαισθάνθηκε τους επερχόμενους κινδύνους. Αργότερα έγραψε πως αν το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε μαζί με τον Χίτλερ και τον Γκαίμπελς είχε πέσει, τότε θα είχε αλλάξει ο ρους της ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Έχοντας αφήσει πίσω του την αποστολή του στη Γερμανία, ο Τζόουνς έφτασε στη Μόσχα το Μάρτιο. Το ταξίδι από τη σοβιετική πρωτεύουσα στην Ουκρανία ήταν απαγορευμένο, κάτι που δεν τον εμπόδισε να ξεφύγει από τις αρχές και να το πραγματοποιήσει. Όσα είδε και άκουσε εκεί του προξένησαν απόλυτο τρόμο. Ως το τέλος του ίδιου μήνα είχε επιστρέψει στο Βερολίνο από όπου ενημέρωνε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Σε ένα άρθρο του που δημοσίευσαν η αμερικανική New York Evening Post , ο βρετανικός Manchester Guardian και πολλές ακόμη εφημερίδες, έγραψε:

''Βάδισα κατά μήκος χωριών και δώδεκα κολλεκτιβοποιημένων αγρών. Παντού απλωνόταν η κραυγή: ''Δεν έχουμε ψωμί. Πεθαίνουμε.'' ... Περιπλανήθηκα στην περιοχή της Μαύρης Γης, επειδή εκεί βρίσκονταν κάποτε τα πλουσιότερα αγροκτήματα αλλά κι επειδή απαγορευόταν στους ξένους ανταποκριτές το να την επισκεφτούν ώστε να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι την κατάσταση.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής μου με το τρένο, ένας κομμουνιστής μού αρνήθηκε πως επικρατούσε λιμός. Τότε πέταξα με φόρα την κόρα του ψωμιού που έτρωγα σε ένα πτυελοδοχείο. Την ψάρεψε ένας συνεπιβάτης μας χωρικός και την έφαγε λαίμαργα. Έπειτα έριξα στο πτυελοδοχείο τη φλούδα ενός πορτοκαλιού· ξανά ο χωρικός την άρπαξε και την καταβρόχθισε. Ο κομμουνιστής τότε υποχώρησε.

Διανυκτέρρευσα σε ένα χωριό όπου κάποτε υπήρχαν διακόσια βόδια, ενώ τώρα μόλις έξι. Οι χωρικοί έτρωγαν τις ζωοτροφές που προορίζονταν για το κοπάδι και τους είχαν απομείνει προμήθειες για μόλις ένα μήνα ακόμα. Με πληροφόρησαν πως πολλοί είχαν ήδη πεθάνει από την πείνα. Δύο στρατιώτες που ήρθαν για να συλλάβουν έναν κλέφτη με προειδοποίησαν να μην ταξιδέψω στη διάρκεια της νύχτας, καθώς υπήρχαν πάμπολλοι απελπισμένοι άνθρωποι που πεινούσαν.

''Εδώ περιμένουμε το θάνατο'', ήταν το καλωσόρισμα των κατοίκων... ''Πηγαίνετε ακόμη νοτιότερα: εκεί δεν έχουν απολύτως τίποτε. Πολλά σπίτια είναι άδεια, ανήκαν σε ανθρώπους που έχουν κιόλας πεθάνει'', έλεγαν με λυγμούς.''

Έτσι, ο Τζόουνς είχε μόλις αποκαλύψει ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, το Μεγάλο Λιμό του 1932-33, που στα Ουκρανικά αποκαλείται Γολοντομόρ) και έγινε γνωστός επίσης ως Λιμός του Τρόμου ή Γενοκτονία των Ουκρανών. Επρόκειτο για μια καταστροφή που ήταν ανθρωπογενής, συνέβη με δόλο και σχεδιάστηκε στην κορυφή της σοβιετικής ηγεσίας. Προκάλεσε το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, με τους νεκρούς να ανέρχονται μεταξύ τεσσάρων και δέκα εκατομμυρίων. Αποτέλεσε το σχέδιο που ενορχήστρωσε η κομμουνιστική νομενκλατούρα, από τον Στάλιν ως τους κατώτερους αξιωματούχους, προκειμένου να συντρίψει την ουκρανική αντίσταση στην επιβληθείσα κολλεκτιβοποίηση της γεωργίας. Μετά από δύο χρόνια και εκατομμύρια θανάτους , ο Στάλιν επρόκειτο να ισχυριστεί σε λόγο που εκφώνησε: ''Η ζωή μας βελτιώθηκε, σύντροφοι. Η ζωή μας έγινε πιο χαρούμενη.''

Στο βιβλίο του Πατρίδες του αίματος: Η Ευρώπη ανάμεσα στον Χίτλερ και τον Στάλιν, ο ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ αναφέρεται στον ευρύτατα διαδεδομένο κανιβαλισμό που εκτυλίχθηκε στη διάρκεια αυτής της ολέθριας περιόδου:

''Η ζωή είχε γίνει μια μάχη, τόσο σωματικά όσο και συνειδησιακά. Τον Ιούνιο του 1933 μια γιατρός  έγραψε σε μια φίλη της πως μπορεί να μην είχε ακόμη προβεί σε κανιβαλισμό, αλλά ''δεν είμαι σίγουρη ότι θα αντέξω ώσπου να λάβεις το γράμμα μου.'' Πρώτοι πέθαιναν όσοι κατάφερναν να διατηρήσουν την ηθική τους. Όσοι αρνούνταν να κλέψουν ή να εκπορνευτούν. Όσοι έδιναν φαγητό  σε συνανθρώπους τους. Όσοι αρνούνταν να φάνε ανθρώπινα πτώματα. Όσοι αρνούνταν να σκοτώσουν τον πλησίον τους. Οι γονείς που αντιστέκονταν στον κανιβαλισμό πέθαιναν πριν τα παιδιά τους.''

Ο εικοσιεπτάχρονος Γκάρεθ Τζόουνς ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που αποκάλυψε το διαβόητο ουκρανικό λιμό στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Σήμερα κανείς αξιόπιστος ιστορικός δεν τον αμφισβητεί, αλλά το Μάρτιο του 1933 ο Τζόουνς θα διαπίστωνε με οδυνηρή έκπληξη ότι υπήρχαν ευπόληπτοι παλαίμαχοι δημοσιογράφοι που τον διέψευσαν.

Κορυφαίος μεταξύ αυτών ήταν ο σοβιετόφιλος Ουόλτερ Ντάραντυ των New York Times, που στις 31 Μαρτίου δημοσίευσε στους λονδρέζικους Times ένα άρθρο σύμφωνα με το οποίο το ρεπορτάζ του Τζόουνς ήταν κατασκευασμένο. Επικαλούνταν πηγές του Κρεμλίνου (λες κι ήταν αξιόπιστες) που χαρακτήριζαν τον Τζόουνς ανερυθρίαστο ψεύτη.

Ο Ντάραντυ ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη για τους ισχυρισμούς του· ούτε καν αποκήρυξε την προπαγάνδα για την οποίαν ήταν υπεύθυνος όταν ισχυριζόταν πως ''δεν υπάρχει πείνα''. Αργότερα επρόκειτο να κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ για την ''κάλυψη'' σοβιετικών ζητημάτων που έκανε. Δεκαετίες αργότερα, οι Times του Λονδίνου παραδέχτηκαν πως τα άρθρα του αποτελούσαν ''ορισμένα από τα χειρότερα ρεπορτάζ που έχουν εμφανιστεί ποτέ στην εφημερίδα.'' Ο Ντάραντυ αποτελεί κλασικό παράδειγμα της κατηγορίας των ανθρώπων που ο Βλαντιμίρ Λένιν αποκαλούσε απαξιωτικά ''χρήσιμους ηλίθιους.'' (Παρεμπιπτόντως: ακόμη τους συναντά κανείς, και μάλιστα εν ανησυχητική αφθονία. Περισσότερα για αυτούς στο έργο του κοινωνιολόγου Πωλ Χολάντερ, εδώ, εδώ κι εδώ.)

Το γεγονός πως ο Τζόουνς κατόρθωσε να φτάσει στην Ουκρανία εξόργισε τη Μόσχα. Η διεθνής αποκάλυψη των συνθηκών που επικρατούσαν εκεί είχε ως αποτέλεσμα να μπει ο δημοσιογράφος στην επίσημη κρατική μαύρη λίστα. Ο ίδιος ο Σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών Μαξίμ Λιτβίνοφ (από τον οποίον ο Τζόουνς είχε κάποτε πάρει συνέντευξη στη Μόσχα) έγραψε επιστολή στον Λόιντ Τζορτζ, πληροφορώντας τον πως ο εν λόγω συνεργάτης του ήταν ανεπιθύμητος και δεν επιτρεπόταν να εισέλθει ποτέ ξανά στη Σοβιετική Ένωση.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Τζόουνς κάλυπτε μαζί με έναν Γερμανό συνάδελφό του τα γεγονότα στην Κίνα που τότε βρισκόταν σε αναταραχή. Εκεί οι δύο άνδρες έπεσαν αιχμάλωτοι μαχητών, που μέσα σε δύο ημέρες απελευθέρωσαν τον Γερμανό ενώ κράτησαν τον Τζόουνς υπό ομηρεία για άλλες δεκαέξι. Τότε, στις 12 Αυγούστου 1935 (την παραμονή των τριακοστών του γενεθλίων), ο Τζόουνς πυροβολήθηκε κι έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Σύμφωνα με ντοκιμαντέρ του BBC, υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις που εμπλέκουν στη δολοφονία τη σοβιετική μυστική αστυνομία.

Δύο εβδομάδες μετά το φόνο, ο Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ απέτισε φόρο τιμής στον νεαρό του φίλο:

''Σε αυτό το μέρος της Γης σοβούν αντιμαχόμενες συνωμοσίες, και κάποιο άτομο ή κάποια συμφέροντα που εμπλέκονται πιθανότατα γνώριζε πως ο Γκάρεθ Τζόουνς ήξερε παραπάνω από όσα έπρεπε για την κατάσταση... Ο εκλιπών διακρινόταν για το πάθος του να ανακαλύπτει τί συνέβαινε σε ξένες χώρες όπου υπήρχε αναταραχή, και αψηφούσε κάθε κίνδυνο ταγμένος στην αναζητηση της αλήθειας... Δεν έπαψα ποτέ να ανησυχώ για τον εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο που επωμιζόταν. Ήταν παρατηρητικός σε τέτοιο βαθμό ώστε τίποτε δεν του ξέφευγε, και δεν επέτρεπε σε κανένα εμπόδιο να τον κάνει να εγκαταλείψει την πορεία του όποτε πίστευε πως υπήρχε κάποιο γεγονός που θα μπορούσε να ανακαλύψει. Το ταλέντο του να φτάνει σε όσα είχαν σημασία υπήρξε σχεδόν αλάνθαστο.''

Ο Γκάρεθ Τζόουνς δεν επιβίωσε ώστε να δει τη δικαίωση του θαρραλέου του ρεπορτάζ, όμως η Ουκρανία σήμερα τιμά τη μνήμη του θεωρώντας τον εθνικό ήρωα.

Σήμερα, κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Μπόρις Νικολάγεβιτς Κόρνφελντ. Τίποτε που να τον αφορά δεν είναι πλέον γνωστό, εκτός από λίγες παραγράφους στο διάσημο βιβλίο κάποιου άνδρα -για την ώρα ας μου επιτραπεί να τον αποκαλώ κύριο Χ- του οποίου τη ζωή επηρέασε σε βαθμό κρίσιμο τόσο ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι συνέβαλε στη διάσωσή της.

Ασφαλώς γνωρίζουμε πως στα τέλη της δεκαετίας του '40, ο Κόρνφελντ ήταν μεταξύ των φυλακισμένων που εκτοπίστηκαν στο Εσκιμπαστούζ, ένα φρικτό στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας της σοβιετικής Σιβηρίας. Γνωρίζουμε επίσης πως ο Κόρνφελντ ήταν γιατρός στο επάγγελμα, κι έτσι συχνά φρόντιζε κατόπιν σχετικών εντολών τους συναιχμαλώτους του. Ήταν Εβραίος, αλλά φαίνεται πως η πίστη κι η στωικότητα των Χριστιανών συναιχμαλώτων του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης τον συγκίνησαν τόσο που ασπάστηκε την πίστη τους. Ένιωθε μάλιστα την ισχυρή επιθυμία να κηρύττει τη χριστιανική πίστη, θέτοντας τον εαυτό του σε σοβαρό κίνδυνο.

Στο διάσημο βιβλίο του ο κύριος Χ διηγείται τη γνωριμία του με τον δρα Κόρνφελντ ως εξής:

''Βρίσκομαι ξαπλωμένος στο χειρουργικό κρεβάτι του νοσοκομείου του στρατοπέδου συγκέντρωσης μετά από μία εγχείρηση. Δεν μπορώ να κινηθώ. Ψήνομαι στον πυρετό, όμως παρόλα αυτά οι σκέψεις μου δεν είναι παραληρηματικές, κι είμαι ευγνώμων στον δρα Μπόρις Νικολάγεβιτς Κόρνφελντ, που κάθεται στο πλάι μου και μου μιλάει ώσπου να περάσει η βραδιά. Το φως παραμένει σβηστό, γιατί διαφορετικά θα έβλαπτε τα μάτια μου. Δεν υπάρχει κανείς άλλος στο θάλαμο.

Εκείνος μού διηγείται τη μεγάλη σε διάρκεια ιστορία της μετάβασής του από τον ιουδαϊσμό στο χριστιανισμό με τρόπο πυρετώδη. Η πίστη του νεοφώτιστου, η φλογερή λάμψη των λέξεών του με αφήνουν έκθαμβο.

Δεν είχαμε γνωριστεί παρά ελάχιστα, ούτε είχε ανατεθεί σ' εκείνον η θεραπεία μου, απλώς δεν υπήρξε ως τότε κανείς άλλος με τον οποίον μπορούσε να μοιραστεί τα συναισθήματά του. Ήταν ένας ευγενής άνθρωπος, με πολύ καλούς τρόπους. Ούτε ήξερα, ούτε μπορούσα να διακρίνω οτιδήποτε κακό για το χαρακτήρα του. Όμως βρισκόμουν σε επιφυλακή γιατί ο Κόρνφελντ είχε ήδη περάσει δύο μήνες στο στρατώνα που στέγαζε το νοσοκομείο, χωρίς να βγαίνει στιγμή έξω. Είχε κλειστεί εκεί μέσα, στον χώρο εργασίας του, κι απέφευγε κάθε μετακίνηση στο υπόλοιπο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Αυτό σήμαινε πως φοβόταν ότι κάποιος θα του έκοβε το λαρύγγι. Στο στρατόπεδό μας είχε πρόσφατα γίνει συνήθεια το να κόβουν το λαιμό των καταδοτών. Αυτό δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο. Διότι ποιος μπορούσε να εγγυηθεί πως οι μόνοι των οποίων οι λαιμοί κινδύνευαν ήταν οι καταδότες; Ένας αιχμάλωτος δολοφονήθηκε σε μια ξεκάθαρη υπόθεση ξεκαθαρίσματος λογαριασμών. Ως εκ τούτου, ο εκούσιος εγκλεισμός του Κόρνφελντ στο νοσοκομείο δεν αποδείκνυε απαραίτητα πως ήταν καταδότης.

Είναι ήδη αργά. Όλο το νοσοκομείο κοιμάται. Ο Κόρνφελντ τελειώνει τη διήγηση της ιστορίας του... Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό του. Από το παράθυρο δεν μπαίνουν παρά οι σκόρπιες αντανακλάσεις των φώτων του εξωτερικού φράχτη. Η πόρτα από την πλευρά του διαδρόμου λάμπει, με μια κίτρινη ηλεκτρική λάμψη. Αλλά στη φωνή του υπάρχει μια τέτοια μυστικιστική γνώση, που με κάνει να τρέμω.

Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του Μπόρις Κόρνφελντ. Μπήκε αθόρυβα σε έναν από τους κοντινούς θαλάμους, κι εκεί έπεσε για ύπνο. Όλοι κοιμούνταν. Δεν υπήρχε κανείς με τον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Έπεσα κι εγώ για ύπνο.

Το πρωί με ξύπνησαν το τρέξιμο κι οι συνεχείς μετακινήσεις στο διάδρομο· οι εργαζόμενοι του νοσοκομείου μετέφεραν το σώμα του Κόρνφελντ στο χειρουργείο. Είχε υποστεί οχτώ χτυπήματα στο κρανίο με το κοντάρι του ταπετσέρη στη διάρκεια του ύπνου του. Δεν ανέκτησε ποτέ τη συνείδησή του, ξεψυχώντας στο χειρουργικό τραπέζι.

Ποιος ήταν ο κύριος Χ που έγραψε αυτά τα λόγια; Δεν ήταν άλλος από τον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, που υπήρξε αιχμάλωτος για δέκα χρόνια στις συνθήκες που επρόκειτο να απαθανατίσει εκ των υστέρων στο ''Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ'', όπως είναι ο τίτλος ενός από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά και ιστορικά έργα του 20ου αιώνα. Ο μετέπειτα τιμηθείς με το βραβείο Νομπέλ Σολζενίτσιν αναγνώρισε ότι ο Κόρνφελντ έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ηθική και ψυχική του θωράκιση προκειμένου να αντέξει τις εφιαλτικές καταστάσεις που επικρατούσαν. Όταν το χειρόγραφο του Γκουλάγκ βγήκε λαθραία και τυπώθηκε στη Δύση το 1973, γκρέμισε ό,τι απέμενε από τον μύθο του  σοβιετικού σοσιαλισμού ως ''παραδείσου των εργατών.''

Ο Μπόρις Κόρνφελντ δεν ήταν απλά ένας αριθμός. Όπως και τα υπόλοιπα 80, 90 ή 100 εκατομμύρια θύματα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, ήταν άνθρωπος. Είχε όνομα, οικογένεια, σχέδια και φιλοδοξίες, συμπάθειες κι αντιπάθειες, χαρές και λύπες. Ευτυχώς, είχε και ασυνήθιστα μεγάλη αξιοπρέπεια. Μετέδωσε την αλήθεια και την έμπνευση, κι υπέφερε γι' αυτό. Αλλά δικαίως μπορούμε να έχουμε την πεποίθηση πως το θάρρος του, που μετέδωσε και στην ψυχή ενός ακόμη ανθρώπου, συνέβαλε στο να καταρρεύσει μια πραγματικά φαύλη αυτοκρατορία.

Είμαι βέβαιος πως ο Γκάρεθ Τζόουνς θα ήταν πολύ ικανοποιημένος με αυτήν την κατάληξη.

Ως ταιριαστός επίλογος μπορούν να σταθούν τα παρακάτω λόγια του Σολζενίτσιν. Σκεφτείτε τα κι εσείς:

''Ο σοσιαλισμός οποιουδήποτε είδους οδηγεί στην πλήρη καταστροφή του ανθρώπινου πνεύματος και στη μέχρι θανάτου ισοπέδωση της ανθρωπότητας.

Όλα αυτά τα χρόνια χρειάστηκε να αποδείξω σε διάφορους τόπους πως ο σοσιαλισμός, που για πολλούς δυτικούς διανοούμενους είναι κάποιου είδους βασίλειο της δικαιοσύνης, χαρακτηριζόταν στην πραγματικότητα από καταναγκασμό, γραφειοκρατική ιδιοτέλεια, διαφθορά και απληστία, και πως αποτέλεσε ένα σύστημα συνεπές στην αρχή ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς τη χρήση του καταναγκασμού.

Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση υπήρξε μια πρώτης τάξεως συμφορά. Ας μην επικαλούμαστε καμιά δικαιολογία για αυτό το καθεστώς. Ποτέ.


*Το άρθρο αρχικά δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στην ιστοσελίδα fee.org.