Παρά την πολύχρονη οικονομική κρίση, ο κίνδυνος φτώχειας για τους συνταξιούχους γινόταν τα τελευταία χρόνια ολοένα και μικρότερος. Εφτασε όμως η στιγμή να ανατραπεί και αυτό το... κεκτημένο. Για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια των μνημονιακών ετών ελήφθησαν ή θα ληφθούν τόσο πολλά και τόσο αυστηρά μέτρα εις βάρος των χαμηλοσυνταξιούχων.

Η σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ, η εξάλειψη της προσωπικής διαφοράς χωρίς κανένα εισοδηματικό κριτήριο, η μείωση του αφορολογήτου σε δύο διαδοχικές δόσεις, οι αλλεπάλληλες αυξήσεις έμμεσων φόρων που επηρεάζουν κυρίως τα χαμηλότερα στρώματα, το «τσεκούρωμα» των συντάξεων χηρείας και ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων βάσει του νόμου Κατρούγκαλου, θα οδηγήσει το επόμενο χρονικό διάστημα σε κατακόρυφη μείωση της μέσης σύνταξης στην Ελλάδα. Δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας και ύστερα από πολλά χρόνια θα ανατραπεί η πτωτική πορεία του σχετικού δείκτη που παρακολουθεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή.

Οι συνταξιούχοι ήταν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης οι ασφαλέστεροι όλων τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο φτώχειας. Παρά τις τουλάχιστον 13 περικοπές συντάξιμων αποδοχών που έγιναν ειδικά μετά το 2011, ο σχετικός δείκτης συνέχισε να κινείται πτωτικά. Ο κίνδυνος φτώχειας των ηλικιωμένων μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανερχόταν στο 27,5% το 2011 για να μειωθεί στο 12,6% το 2016. Σε καμία άλλη ηλικιακή ομάδα δεν εντοπίζονται τόσο χαμηλά ποσοστά, στατιστικό εύρημα που έχει την εξήγησή του. Ο κίνδυνος φτώχειας ορίζεται με βάση ένα επίπεδο εισοδήματος το οποίο «παρακολουθεί» το μέσο εισόδημα της χώρας. Από το 2011 μέχρι τώρα, το μέσο εισόδημα κινείται πτωτικά, άρα προς τα κάτω κινείται και το κατώφλι της φτώχειας. Για τους χαμηλοσυνταξιούχους ωστόσο –αυτούς δηλαδή που παραδοσιακά βρίσκονται πιο κοντά στο κατώφλι της φτώχειας– η μείωση του εισοδήματος ήταν χαμηλότερη σε σχέση με τη μέση μείωση του εισοδήματος. Εκτός από την κατάργηση της 13ης και της 14ης σύνταξης, μέχρι και τα μέσα του 2015 δεν υπήρξε άλλο μέτρο που να επηρεάσει το εισόδημά τoυς. Έτσι δικαιολογείται η μέχρι τώρα μείωση του κινδύνου φτώχειας για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Από εδώ και πέρα, θα κινηθούμε στην αντίθετη κατεύθυνση. Και αυτό γιατί:

• Από τις αρχές του 2018, ουσιαστικά, θα καταργηθεί το ΕΚΑΣ.

• Οι συντάξεις χηρείας με τον νέο νόμο θα είναι της τάξεως των 200-300 ευρώ.

• Το 2019 θα καταργηθεί η προσωπική διαφορά και για τους χαμηλοσυνταξιούχους.

• Η μείωση του αφορολογήτου (από το 2019 ή από το 2020) στερεί από μόνη της τουλάχιστον μία σύνταξη στους χαμηλοσυνταξιούχους.

«Πηγή φτώχειας» ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων χηρείας

«Πηγή φτώχειας» αποτελεί ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων χηρείας, χτυπώντας μία από τις πιο ευαίσθητες κοινωνικά και οικονομικά ομάδες, μέσα στην ύφεση και στην κρίση.

Μπορεί ακόμη να μην έχουν αποδοθεί συντάξεις με βάση τον νέο νόμο Κατρούγκαλου –οι επιζώντες σύζυγοι εισπράττουν προσωρινά ποσά της τάξεως των 200 με 300 ευρώ–, ωστόσο όταν θα αρχίσει η απονομή των κανονικών ποσών, θα καταγραφεί σημαντική μείωση της μέσης σύνταξης χηρείας, η οποία ακόμη και σήμερα διαμορφώνεται στα 506 ευρώ με βάση τα δεδομένα του Φεβρουαρίου 2017, όπως περιγράφονται στην έκθεση του συστήματος «Ηλιος». Και τότε αναμένεται να προκληθεί μεγάλη αναστάτωση.

Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους αναμένεται κατακόρυφη μείωση της μέσης σύνταξης χηρείας:

1. Βάση υπολογισμού της σύνταξης θα αποτελέσει η κύρια σύνταξη, όπως αυτή θα υπολογίζεται με βάση τον νόμο Κατρούγκαλου.

Ακόμη και αν κάποιος έχει συνταξιοδοτηθεί πριν από την ενεργοποίηση του νέου ασφαλιστικού νόμου, εφόσον χρειαστεί τώρα να υπολογιστεί η σύνταξη θανάτου, το ποσό της κύριας σύνταξης που εισέπραττε μέχρι τον θάνατό του ο αποθανών, θα επαναπροσδιοριστεί.

Ούτως ή άλλως, από το 2019, ο επανυπολογισμός θα γίνει αυτόματα λόγω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς.

Είναι προφανές ότι όσο μειώνεται το ποσό της κύριας σύνταξης που αποτελεί και τη βάση υπολογισμού, τόσο μειώνεται και η σύνταξη χηρείας.

2. Ο νόμος Κατρούγκαλου προβλέπει χαμηλότερο συντελεστή υπολογισμού της σύνταξης χηρείας. Ενώ για τους θανάτους που επήλθαν μέχρι και τον Μάιο του 2016 η σύνταξη χηρείας υπολογιζόταν με συντελεστή 70% για τα τρία πρώτα χρόνια από τον θάνατο, για τους θανάτους μετά τον Μάιο του 2016 το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 50%.

Μάλιστα, μετά τη συμπλήρωση τριών ετών από τον θάνατο, μπορεί να επέλθει περαιτέρω μείωση του συντελεστή στο 25%. Ετσι εξηγείται και το φαινόμενο δύο χήρες, οι σύζυγοι των οποίων εισέπρατταν ακριβώς την ίδια σύνταξη με τη μοναδική διαφορά να έχει να κάνει με την ημερομηνία θανάτου του συζύγου (ο ένας θάνατος πριν από τον Μάιο του 2016 και ο άλλος θάνατος μετά), να εισπράττουν εντελώς διαφορετικά ποσά.

Τρεις κατηγορίες

3. Με τον νόμο Κατρούγκαλου μπήκε στις συντάξεις χηρείας ακόμη και ηλικιακό κριτήριο. Ουσιαστικά, οι χήρες κατατάσσονται σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες.

Πρώτον, σε αυτές που δεν έχουν συμπληρώσει τα 52 κατά την ημέρα θανάτου του συζύγου. Αυτές (ή αυτοί) εισπράττουν τη σύνταξη χηρείας μόνο για τρία χρόνια και μετά ποτέ ξανά.

Δεύτερον, σε αυτές που δεν είναι 55 ετών κατά την ημερομηνία θανάτου του συζύγου, αλλά συμπληρώνουν το συγκεκριμένο ηλικιακό όριο πριν συμπληρωθούν τρία χρόνια από τον θάνατο. Αυτές εισπράττουν τη σύνταξη χηρείας για τρία χρόνια, μετά γίνεται διακοπή, και μετά το ποσό χορηγείται εκ νέου όταν οι επιζώντες συμπληρώνουν το 67ο έτος της ηλικίας τους.

Η 3η κατηγορία περιλαμβάνει αυτές που έχουν συμπληρώσει τα 55 κατά την ημερομηνία του θανάτου και είναι οι μοναδικές που εξακολουθούν να λαμβάνουν τη σύνταξη χηρείας από την ημερομηνία του θανάτου και για όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Οι συνέπειες για τους σημερινούς 55άρηδες - 60άρηδες

Περίπου στα 1.300 ευρώ διαμορφώνονται οι μεικτές αποδοχές εργαζομένου ηλικίας άνω των 50-55 ετών, όπως προκύπτει από την επεξεργασία των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων που υποβάλλονται κάθε χρόνο στο ΙΚΑ. Οι εργαζόμενοι άνω των 50 είναι αυτήν τη στιγμή περίπου 340.000 και αποτελούν τη βασική «δεξαμενή» από την οποία θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια οι «νέοι συνταξιούχοι».

Δηλαδή, αυτοί που θα λάβουν σύνταξη υπολογισμένη με βάση τον νόμο Κατρούγκαλου. Τα νέα για τους μελλοντικούς συνταξιούχους δεν είναι καθόλου ευχάριστα. Με 1.300 ευρώ μέσες αποδοχές κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, η σύνταξη θα κυμαίνεται από 478 ευρώ έως 884 ευρώ, ανάλογα με τα χρόνια προϋπηρεσίας και μόνο αν υπάρχει και δικαίωμα επικούρησης, το ποσό θα κυμαίνεται από 568 έως τα 1.067 ευρώ.

Ο σημερινός 50άρης αμείβεται με περίπου 1.260 ευρώ μεικτά. Στα 55 ο μέσος μισθός ανέρχεται στα 1.300-1.320 ευρώ και παραμένει σε αυτά τα επίπεδα μέχρι και τα 65-67 οπότε και φτάνει πλέον η ηλικία συνταξιοδότησης. Οι σημερινοί 55άρηδες και 60άρηδες θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες δύο αρνητικών εξελίξεων:

Πρώτον, της μείωσης των αποδοχών οι οποίες έχουν υποχωρήσει περίπου κατά 20% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα (σ.σ. το 2019 ο μέσος μισθός για τον 50άρη ήταν περίπου 1.600-1.620 ευρώ).

Δεύτερον, της αλλαγής στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Η νέα μέθοδος προστατεύει μεν αυτούς που έχουν πολύ χαμηλές συντάξιμες αποδοχές της τάξεως των 500-600 ευρώ τον μήνα, αλλά αυτούς που έχουν μια καλύτερα αμειβόμενη θέση εργασίας τούς καταδικάζει σε πολύ χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης της τάξεως του 50%-60% ανάλογα με τα χρόνια προϋπηρεσίας.

Τι σύνταξη βγάζει αυτός ο συνδυασμός; Ακόμη και πολύ κοντά στα όρια της φτώχειας, κάτι που εξαρτάται και από τον μέσο μισθό αλλά και από τα χρόνια προϋπηρεσίας. Ενα πολύ αισιόδοξο σενάριο προβλέπει ότι οι μέσες συντάξιμες αποδοχές θα διατηρηθούν κοντά στα 1.300 ευρώ, κάτι που για να προκύψει θα πρέπει ο εργαζόμενος να μην έχει σοβαρές αρνητικές μεταβολές στις αποδοχές του από το 2002 και μετά (σ.σ. δηλαδή, να μην έχουν υπάρξει χρονιές με πολύ μικρότερες αποδοχές, π.χ. λόγω μερικής απασχόλησης).

Και σε αυτό το αισιόδοξο σενάριο, η σύνταξη υπολογίζεται στα 478,6 ευρώ με 15 χρόνια προϋπηρεσίας για να ανέβει στα 568 ευρώ αν υπάρχει και επικουρικό. Στα 20 χρόνια, το ποσό ανεβαίνει στα 572 ευρώ χωρίς επικουρικό και στα 692 ευρώ με επικουρικό.

Μέσος όρος αποδοχών

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα 1.300 ευρώ είναι ο μέσος όρος αποδοχών των σημερινών 55άρηδων και 60άρηδων. Ενας μέσος όρος κρύβει χιλιάδες περιπτώσεις εργαζομένων που βγάζουν πολύ λιγότερα. Αυτοί είναι από τώρα καταδικασμένοι σε συντάξεις στα όρια της φτώχειας. Για συντάξιμες αποδοχές της τάξεως των 1.000 ευρώ, η σύνταξη διαμορφώνεται στα 512 ευρώ (για τα 15 χρόνια προϋπηρεσίας) ακόμη και με το επικουρικό.

Τα κρίσιμα χτυπήματα που στοχοποιούν τους σημερινούς χαμηλοσυνταξιούχους

Τρία χτυπήματα εις βάρος των σημερινών χαμηλοσυνταξιούχων θα στείλουν πολλές χιλιάδες εξ αυτών κοντά στο όριο της φτώχειας. Και θα είναι η πρώτη φορά στα μνημονιακά χρόνια που θα ληφθούν τόσο πολλά μέτρα εις βάρος αυτών που εισπράττουν τις χαμηλότερες συντάξεις. Τα τρία χτυπήματα είναι τα εξής:

1. Η πλήρης κατάργηση του ΕΚΑΣ. Μέχρι τώρα, οι χαμηλοσυνταξιούχοι έχουν υποστεί μόνο τις συνέπειες από την πρώτη φάση των περικοπών. Ο περιορισμός της ετήσιας δαπάνης από τα 900 και πλέον εκατ. ευρώ στα 320 εκατ. ευρώ για το 2017, επέφερε και μηδενισμό του επιδόματος για κάποιους αλλά και περιορισμό του ύψους του για όλους. Πλέον, δεν υπάρχει κανείς που να εισπράττει το επίδομα των 230 ευρώ (ενώ το εισέπρατταν 260.000 δικαιούχοι τον Ιούλιο του 2015).

Ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων έχει περιοριστεί στα 235 χιλιάδες άτομα από τα 372 χιλιάδες που ήταν τον Ιούλιο του 2015, ενώ οι περισσότεροι πλέον εισπράττουν από 90 έως 120 ευρώ. Θα χαθούν και αυτά. Τα περισσότερα από τον Δεκέμβριο του 2017.

Η ετήσια δαπάνη για το ΕΚΑΣ θα πρέπει να περιοριστεί από τα 320 εκατ. ευρώ που ήταν το 2017 στα μόλις 80 εκατ. ευρώ το 2018. Αυτό σημαίνει ότι θα παραμείνουν μόνο μερικές δεκάδες χιλιάδες δικαιούχοι, και αυτοί θα εισπράττουν διψήφια ποσά της τάξεως των 60-70 ευρώ. Εννοείται ότι θα χαθούν και αυτά από το τέλος του 2018, καθώς για τότε είναι προγραμματισμένη η πλήρης κατάργηση του ΕΚΑΣ. Ετσι, στο τέλος του 2018, συνταξιούχοι οι οποίοι μέχρι και το 2015 εισέπρατταν συντάξεις των 400-450 ευρώ και ένα βοήθημα των 230 ευρώ, θα βρεθούν τώρα μόνο με τη σύνταξη των 400 ευρώ και χωρίς να δικαιούνται κανένα επίδομα.

2. Το δεύτερο χτύπημα προγραμματίζεται για το 2020 μέσα από τη νέα μείωση του αφορολογήτου. Η έκπτωση φόρου ήταν στα 2.100 ευρώ το 2015 και από το 2020 (ή το 2019 αν δεν επιτύχουμε τους δημοσιονομικούς στόχους) θα πέσει ακόμη περισσότερο, στα 1.250 ευρώ. Αυτή η ζημία των 850 ευρώ πλήττει ακόμη και χαμηλοσυνταξιούχους των 800 ευρώ τον μήνα.

3. Το τρίτο χτύπημα αφορά την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, η οποία δεν επηρεάζει μόνο τις μεσαίες και τις υψηλές συντάξεις. Ειδικά, συνταξιούχοι του πρώην ΤΕΒΕ θα συνειδητοποιήσουν ότι με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς η σύνταξη που εισπράττουν σήμερα, και είναι της τάξεως των 700 ευρώ, θα μπορεί να μειωθεί ακόμη και 100 ολόκληρα 

Πηγή: Καθημερινή