Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν κέρδισε απλώς το συνταγματικό του δημοψήφισμα -έκλεισε δια παντός ένα κεφάλαιο της σύγχρονης Ιστορίας της χώρας του.

 

Δημοσιεύτηκε στο Foreign Policy και αναδημοσιεύτηκε από το συνεργαζόμενο με το Greek Liberties Monitor CapX

*Του Steven A. Cook 

 

Στις 20 Ιανουαρίου 1921, η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση πέρασε το νόμο που είναι γνωστός ως Teskilat-i Esasiye Kanunu, ή Νόμος της Θεμελιώδους Οργάνωσης. Επρόκειτο να περάσουν σχεδόν τρία χρόνια ώσπου ο Μουσταφά Κεμάλ -που είναι γνωστός περισσότερο ως Ατατούρκ, δηλαδή ''Πατέρας Τούρκος''- να διακηρύξει τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αλλά αυτή η νομοθεσία αποτέλεσε σημείο καμπής για τη νέα εξουσία που διαμορφωνόταν στην Ανατολία.

 

Η νέα χώρα ονόματι Τουρκία, αντίθετα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δομήθηκε με βάση τα πρότυπα της νεωτερικότητας. Επρόκειτο να διοικείται από εκτελεστικούς και νομοθετικούς βραχίονες, καθώς και από ένα Υπουργικό Συμβούλιο που θα απαρτιζόταν από εκλεγμένους αντιπροσώπους του κοινοβουλίου. Οι μέχρι τότε εξουσίες του σουλτάνου, που κυβερνούσε μόνος με πολιτική και εκκλησιαστική νομιμοποίηση, πέρασαν στα χέρια του νομοθετικού σώματος που αντιπροσώπευε τη λαϊκή κυριαρχία.

 

Περισσότερο από κάθε άλλη μεταρρύθμιση, ο Νόμος της Θεμελιώδους Οργάνωσης αντιπροσώπευε τη μετάβαση από την κληρονομική μοναρχία στην εποχή της νεωτερικότητας. Και αυτή η αλλαγή υπήρξε το διακύβευμα στο δημοψήφισμα της Τουρκίας που έλαβε χώρα το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Μεγάλο μέρος της προσοχής στην ψηφοφορία της περασμένης Κυριακής εστίασε στο γεγονός πως επρόκειτο για ένα δημοψήφισμα πάνω στις εξουσίες του τουρκικού θεσμού της προεδρίας και τον πολωτικό πολιτικό που κατέχει το ύπατο αυτό αξίωμα, τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για κάτι πολύ ευρύτερης σημασίας.

 

Είτε το συνειδητοποίησαν είτε όχι, όταν οι Τούρκοι ψήφισαν ''Ναι'', εξέφραζαν την αντίθεσή τους στον  Teskilat-i Esasiye Kanunu και στην εκδοχή της νεωτερικότητας που οραματιζόταν και αντιπροσώπευε ο Ατατούρκ. Παρότι η αντιπολίτευση ακόμη αμφισβητεί τα τελικά ποσοστά της ψηφοφορίας, ο τουρκικός λαός φαίνεται να έδωσε στον Ερντογάν και το AKP την άδεια να αναδιοργανώσουν το Τουρκικό κράτος και σε αυτή τη διαδικασία να διαγράψουν τις αξίες πάνω στις οποίες αυτό οικοδομήθηκε. Ακόμη και αν έχουν αποθαρρυνθεί εξαιτίας της ήττας τους, οι οπαδοί των διαφορετικών στρατοπέδων που ψήφισαν '''Οχι''  αναμένεται να εκδηλώσουν σημαντική αντίσταση στο σχέδιο του Ερντογάν. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα θα είναι να συνεχιστεί η εκκαθάριση που εκτυλίσσεται ήδη πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα του τελευταίου Ιουλίου, με ακόμη περισσότερες συλλήψεις και την περαιτέρω απονομιμοποίηση της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης του Ερντογάν. Όλα τούτα θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση της τουρκικής πολιτικής ζωής.

 

Οι Τούρκοι ισλαμιστές έχουν εξιδανικεύσει εδώ και καιρό την Οθωμανική περίοδο. Έτσι, έχουν εκφράσει σιωπηρά αλλά έκδηλα την περιφρόνησή τους για την Τουρκική Δημοκρατία. Για τον Νετσμετίν Ερμπακάν, που υπήρξε ηγέτης του κινήματος από τα τέλη της δεκαετίας του '60 έως τη δημιουργία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (του AKP) τον Αύγουστό του 2001, η δημοκρατία αντιπροσώπευε την πολιτισμική ηττοπάθεια και την καταπιεστική εκκοσμίκευση στην υπηρεσία εκείνου που πίστευε πως ήταν οι πλάνες της ιδεολογίας του Ατατούρκ πως η χώρα μπορούσε να γίνει δυτική και αποδεκτή από τη Δύση. Εναλλακτικά, εκείνος έβλεπε τη φυσική θέση της Τουρκίας όχι στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες αλλά ως ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου, με εταίρους της χώρας το Πακιστάν, τη Μαλαισία, την Αίγυπτο, το Ιράν και την Ινδονησία.

 

Όταν τα πολιτικά τέκνα του Ερμπακάν -μεταξύ αυτών ο Ερντογάν και ο πρώην πρόεδρος Αμπτουλάχ Γκιουλ- ήρθαν σε ρήξη μαζί του και δημιούργησαν το AKP, εγκατέλειψαν την αντιδυτική ρητορική της παλαιάς φρουράς, αφοσιώθηκαν στην πορεία της Τουρκίας με στόχο την ένταξή της στην ΕΕ, και διαμόρφωσαν συνειδητά μια εικόνα τους ως μουσουλμανικού κόμματος αντίστοιχου προς τους Χριστιανοδημοκράτες της Ευρώπης. Εντούτοις, διατηρούσαν πάντοτε τις παραδοσιακές ισλαμιστικές ιδέες σχετικά με το ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και τον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο.

 

Διανοούμενοι μέσα στο AKP -με πλέον αξιοσημείωτο τον πρώην πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου- εξέφραζαν επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα των δυτικών πολιτικών και κοινωνικών θεσμών με την κατά κύριο λόγο μουσουλμανική κοινωνία τους. Αλλά η ηγεσία του AKP ποτέ δεν υπερασπίστηκε επίσημα τέτοιες ιδέες, επιλέγοντας αντ'αυτού να υπονομεύσει πτυχές της κληρονομιάς του Ατατούρκ κινούμενη εντός του πλαισίου της δημοκρατίας. Αλλά τώρα τα δεδομένα άλλαξαν.

 

Το AKP και οι υποστηρικτές του ''Ναι'' υποστηρίζουν ότι η κριτική των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που ψηφίστηκαν υπήρξε άδικη. Επισημαίνουν ότι οι αλλαγές δεν υπονομεύουν ένα δημοκρατικά εκλεγμένο κοινοβούλιο και τον θεσμό του προέδρου καθώς και την ανεξάρτητη (τουλάχιστον επίσημα) Δικαιοσύνη. Όλα αυτά είναι αλήθεια, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν μια υπερβολικά ρηχή περιγραφή του πολιτικού συστήματος που οραματίζεται ο Ερντογάν.

 

Στην πραγματικότητα, οι εξουσίες που θα αποτελέσουν αρμοδιότητες της εκτελεστικής αρχής του προέδρου είναι πολύ ισχυρές, περιλαμβανομένης της δυνατότητάς του να διορίζει δικαστές χωρίς αυτοί να έχουν προταθεί από το κοινοβούλιο, να εκδίδει διατάγματα με την ισχύ νόμου, και να διαλύει το κοινοβούλιο. Ο πρόεδρος θα κατέχει επίσης το αποκλειστικό προνόμιο όλων των υψηλών διορισμών στη γραφειοκρατία και θα ασκεί αποκλειστικά τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων. Οι μεταρρυθμίσεις παραβλέπουν την ανάγκη της ύπαρξης του θεσμού του πρωθυπουργού, που πρόκειται να καταργηθεί. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση διατηρεί ορισμένες εποπτικές και νομοθετικές εξουσίες, αλλά αν ο πρόεδρος και η πλειοψηφία προέρχονται από το ίδιο πολιτικό κόμμα, η εξουσία της προεδρίας θα μείνει χωρίς θεσμικά αντίβαρα. Με μείζονος σημασίας ανισορροπίες και φαινομενικά κανέναν έλεγχο για τον αρχηγό του κράτους, ο οποίος τώρα θα είναι επικεφαλής και της κυβέρνησης, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ακυρώνουν το Νόμο της Θεμελιώδους Οργάνωσης και τις συνακόλουθες προσπάθειες εισαγωγής των οργανωτικών αρχών ενός νεωτερικού κράτους. Αποδεικνύεται ότι ο Ερντογάν, που πρόκειται να αποκτήσει εξουσία που δεν κατείχε κανένας Τούρκος ηγέτης από την εποχή των σουλτάνων, είναι στην πραγματικότητα νεο-Οθωμανός.

 

Η φιλοδοξία του Ερντογάν βοήθησε στην πρόοδο της Τουρκίας ως αυτή τη στιγμή. Αλλά αντίθετα με την καρικατούρα του άνδρα που επιζητά την εξουσία ως αυτοσκοπό, ο Τούρκος ηγέτης στην πραγματικότητα εμφορείται από το όραμα του μετασχηματισμού της Τουρκίας σε μια χώρα που γνωρίζει μεγαλύτερη ευημερία, μεγαλύτερη ισχύ, και είναι περισσότερο μουσουλμανική, κάτι που σημαίνει πως οι συντηρητικές και θρησκευτικές αξίες πρόκειται να διαμορφώνουν τη συμπεριφορά και τις προσδοκίες των Τούρκων στην πορεία της ζωής τους.

 

Το πρόβλημα είναι πως ο Ερντογάν είναι πεπεισμένος ότι είναι ο μόνος ο οποίος διαθέτει τις πολιτικές ικανότητες, την ηθική υποχρέωση, και το ανάστημα να φέρει σε πέρας αυτήν την αποστολή. Συνεπώς, χρειάζεται να καθοδηγεί και να ελέγχει το κράτος και το πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης με τρόπους που οι Τούρκοι πρόεδροι, που υποτίθεται ότι βρίσκονται υπεράνω της πολιτικής αντιπαράθεσης και σύμφωνα με την παράδοση αναμένεται να ασκούν τις περιορισμένες αλλά σημαντικές τους αρμοδιότητες με προσήλωση στους θεσμούς, ποτέ δεν θα διανοούνταν.

 

Παρόλες τις πολιτικές του επιτυχίες, η δημιουργία της ''εκτελεστικής προεδρίας'' που επιζητά ο Ερντογάν αποτελούσε άπιαστο στόχο ως τώρα. Τον Οκτώβριο του 2011, ανακοίνωσε ότι η Τουρκία επρόκειτο να αποκτήσει νέο Σύνταγμα μέσα σε ένα χρόνο. Ως το 2013, η διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή που ήταν επιφορτισμένη με το να συντάξει το νέο έγγραφο δεν μπορούσε να καταλήξει στην πλειοψηφική επικράτηση μιας άποψης, οπότε ο Ερντογάν έθεσε ως στόχο του ένα Σύνταγμα γραμμένο από το AKP. Προκειμένου να το περάσει, ωστόσο, χρειαζόταν να διευρύνει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία.  Αφού, μετά από δύο εκλογικές αναμετρήσεις το 2015, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει τις αναγκαίες 367 έδρες (σε σύνολο 550) που απαιτούνται για να συνταχθεί και να ψηφιστεί ένα Σύνταγμα χωρίς τη συμμετοχή του λαού, ο Τούρκος πρόεδρος αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει το στόχο του που πλέον ήταν οι τροποποιήσεις του Συντάγματος που εγκρίθηκαν με το δημοψήφισμα της Κυριακής.

 

Προκειμένου να ενισχύσει την υποστήριξη της εκτελεστικής προεδρίας, ο Ερντογάν έφερε ως επιχείρημα το φάσμα της πολιτικής και οικονομικής ανασφάλειας της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000, όταν μια σειρά από κυβερνήσεις συνασπισμού αποδείχτηκαν υπερβολικά ανίκανες και διεφθαρμένες ώστε να διαχειριστούν τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Τουρκία. Πολλοί Τούρκοι ορθώς βλέπουν αυτήν την εποχή ως εποχή χαμένων ευκαιριών και θα προτιμούσαν να μην τη δουν να επαναλαμβάνεται. Το κύμα τρομοκρατικών επιθέσεων από Κούρδους αντάρτες που σκότωσε δεκάδες στο διάστημα ανάμεσα στο καλοκαίρι του 2015 και το τέλος του 2016 προσέδωσε το χαρακτήρα του κατεπείγοντος στο μήνυμα του Ερντογάν σχετικά με τη σοφία ενός ξεκάθαρα προεδρικού συστήματος.

 

Ο αυταρχικός πρόεδρος της Τουρκίας έχει επίσης επιδιώξει να καθαρίσει το πεδίο από υφιστάμενους ή εικαζόμενους αντιπάλους, οξύνοντας και βαθαίνοντας τον αυταρχισμό της Τουρκίας. Η γραφειοκρατία έχει υποστεί εκκαθάριση, διαδικασία που είχε αρχίσει ήδη πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου·το κίνημα του Γκιουλέν έχει απενεργοποιηθεί· δημοσιογράφοι έχουν αναγκαστεί να σωπάσουν μέσω φυλακίσεων και άλλων απειλών κατά της ακεραιότητάς τους· και ορισμένοι που διενεργούσαν εκστρατεία υπέρ του ''όχι'' κυνηγήθηκαν. Προκειμένου να αυξήσει την υποστήριξη της ψήφου υπέρ του ''ναι'', ο Ερντογάν πυροδότησε το εθνικιστικό συναίσθημα και δημιούργησε κρίσεις με την ολλανδική και τη γερμανική κυβέρνηση πάνω σε σχεδιασμένες κινητοποιήσεις υπέρ του AKP στα εδάφη των κρατών τους.

 

Δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως ο Ερντογάν αφαίρεσε κάθε αντίβαρο στις επιδιωκόμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Σε τελική ανάλυση, αυτές οι μεταρρυθμίσεις αλλάζουν τη θέσμιση του Τουρκικού κράτους κατά θεμελιώδεις τρόπους και αποτελούν μέρος μιας διαδικασίας κατάργησης όλων των θεσμικών αντίβαρων που υπήρχαν στο σύστημα. Αυτά τα εμπόδια στην εκτελεστική εξουσία κατ' αρχάς δεν υπήρξαν ποτέ ισχυρά, και ο Ερντογάν τα έχει ήδη  διαστρεβλώσει στην πράξη. Τώρα, επιδιώκει να νομιμοποιήσει αυτήν την αλλαγή με βάση τις αρχές του Συντάγματος. Γιατί;

 

Πέραν του γεγονότος πως οι αυταρχικοί κυβερνήτες έχουν την τάση να κωδικοποιούν τις αντιδημοκρατικές πρακτικές τους σε νομικά συστήματα ώστε να μπορούν να επικαλούνται ''την αρχή της νομιμότητας'', ο Ερντογάν χρειάζεται τη νομική κάλυψη ώστε να εφαρμόσει την ευρύτερη ατζέντα μετασχηματισμού που διαθέτει. Και ο μόνος τρόπος που κάτι τέτοιο μοιάζει εφικτό είναι να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του αρμοδιότητες που προσομοιάζουν με εκείνες ενός σουλτάνου.

 

Ο Ερντογάν είναι αυταρχικός, όπως αρκετοί ανά τον κόσμο. Αλλά εμπνέεται επίσης από την Οθωμανική Ιστορία, και υπάρχουν πτυχές της διακυβέρνησής του που απηχούν αυτήν την περίοδο.  Καθώς ο Τούρκος πρόεδρος έχει καταλήξει να εμπιστεύεται μια όλο και μικρότερη ομάδα συμβούλων, περιλαμβανομένων και μελών της οικογένειάς του, το ''Λευκό Παλάτι'' του -το προεδρικό παλάτι που έχτισε στην Άγκυρα πάνω σε γη που ανήκε κάποτε στον Ατατούρκ- έχει καταλήξει να θυμίζει, κι όχι απλά ως προς την επιβλητικότητα, τα παλάτια των Οθωμανών σουλτάνων. Ωστόσο η προσπάθειά του να διασφαλίσει την εκτελεστική προεδρία πηγαίνει πολύ βαθύτερα. Ο Ερντογάν θέλει να διαλύσει τη δημοκρατία διότι τόσο ο ίδιος όσο και οι άνθρωποι τους οποίους εκπροσωπεί έχουν υποφέρει στα χέρια των ηγετών και υπερασπιστών της δημοκρατίας. Δεν θα ήταν πρακτικό, ούτε καν εφικτό, να ξαναδημιουργηθούν οι διοικητικές δομές του Οθωμανικού κράτους, αλλά στη φαντασία των Τούρκων ισλαμιστών, η εποχή των Οθωμανών δεν υπήρξε απλώς η κορύφωση του τουρκικού πολιτισμού και της τουρκικής δύναμης, αλλά και μια προοδευτική και ανεκτική περίοδος. Για τον πυρήνα των ψηφοφόρων του Ερντογάν, ιδίως, η περίοδος του AKP ήταν ως τώρα μια χρυσή εποχή, το σύγχρονο ανάλογο αυτού του κατασκευασμένου παρελθόντος. Αυτοί οι Τούρκοι που είναι κυρίως ευσεβείς πολίτες της μεσαίας τάξης απολαμβάνουν προσωπικές και πολιτικές ελευθερίες που κάποτε τους αρνούνταν. Έχουν επίσης επωφεληθεί της οικονομικής και κοινωνικής κινητικότητας προς τα πάνω. Με το να απονείμουν στον Ερντογάν την εκτελεστική προεδρία την οποίαν επεδίωξε τόσο διακαώς, αποβλέπουν σε ακόμη μεγαλύτερα επιτεύγματα. Φυσικά, υπάρχουν τα εκατομμύρια των Τούρκων που ψήφισαν Όχι και φοβούνται την εγκαθίδρυση του αυταρχισμού ενώ βλέπουν το κράτος και τις κεμαλικές ιδέες που αντιπροσωπεύει ως ιερό και όσιο.

 

Η Τουρκική Δημοκρατία έχει μια αναμφισβήτητα περίπλοκη ιστορία. Αποτελεί ένα τεράστιο επίτευγμα. Σε διάστημα σχεδόν ενός αιώνα, μια κατά βάση αγροτική κοινωνία κατεστραμμένη από τον πόλεμο μετασχηματίστηκε σε μια ευημερούσα δύναμη που ασκούσε επιρροή στην ίδια την περιοχή της και αρκετά ευρύτερα ακόμη. Την ίδια στιγμή, η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας υπήρξε μη δημοκρατική, καταπιεστική, και ενίοτε βίαιη.  Ως εκ τούτου είναι απόλυτα λογικό πολιτικά για τον Ερντογάν να ζητάει το μετασχηματισμό της Τουρκίας με την ενίσχυση της προεδρίας και τη συνακόλουθη, οριστική απομάκρυνση της πιθανότητας άνθρωποι όπως εκείνος να αποτελέσουν θύματα της δημοκρατίας.

 

Στο τέλος της ημέρας, ο Ερντογάν απλώς αντικαθιστά μια μορφή αυταρχισμού με μιαν άλλη. Ο Νόμος της Θεμελιώδους Οργάνωσης και η δημοκρατία που επακολούθησε εξέφρασαν τη νεωτερικότητα. Η Τουρκική Δημοκρατία υπήρξε πάντα καχεκτική, αλλά δεν έπαψε να διαθέτει τη φιλοδοξία -παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που διαμόρφωναν οι αρχές στις οποίες επικαλούνταν πίστη διαδοχικά Συντάγματα- πως θα μπορούσε να γίνει πραγματική δημοκρατία. Η νέα Τουρκία του Ερντογάν αποκλείει πλέον αυτήν την προοπτική.

Ο Steven A.Cook  έχει τον τίτλο του Eni Enrico Mattei senior fellow για τις σπουδές Μέσης Ανατολής και Αφρικής στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων. Το νέο του βιβλίο, ''False Dawn: Protest, Democracy and Violence in the new Middle East θα εκδοθεί από τον οίκο Oxford University Press τον Ιούνιο

 

Agenda

No events